Το τελευταίο τρένο
23/7/09, 22:01 (δικιά μου, όχι δικιά σου), λεωφορείο Llanes – Gijón. Αν και μόλις ανέβηκα, κανονικά το λεωφορείο φεύγει 21:45. Περίεργο που έχει καθυστέρηση, μέχρι τώρα ή στην ώρα τους ή νωρίτερα έχουν φύγει ό,τι λεωφορεία έχω πάρει. Θα’ ναι μάλλον η βροχή.
Ναι, δεν είναι όλη η Ισπανία όπως τη διαφημίζουν τα ταξιδιωτικά πρακτορεία και οι λοιποί παράγοντες διαμόρφωσης κοινής γνώμης, όλο ήλιος, ταύροι και σανγκρία. (μόλις κατάφερα να ανάψω πάνω από το κάθισμα, οπότε τα γράμματά μου ίσως να γίνουν καλύτερα, αν και χειρότερα μου φαίνονται τώρα, ίσως είναι που τα’ δα για πρώτη φορά, άσε που δε θα δεις και το χειρόγραφο) Όχι, από όταν μπήκαμεστα Asturias την Κυριακή το πρωί το τοπίο ξαφνικά πρασίνησε, μοιάζει πιο πολύ με το πώς φαντάζομαι τη Σκωτία και την Ιρλανδία, και τίποτα κοινό δε φαίνεται να έχει με την ξερή Andalucía (που τόσοι θεωρούν ως “πραγματική Ισπανία”) ή ακόμα και με τη φύση της Valencia ή της Καταλονίας, που ίσως κάποιος (κάποιος, λέω, υποθετικά) να χαρακτήριζε “κακή απομίμηση του ελληνικού τοπίου”. Έχει και παραλίες, βέβαια, αλλά πιο απότομες, Ατλαντικός σου λέει, και συνήθως ο ουρανός δε σε προσκαλεί ιδιαίτερα να βουτήξεις. Παρ’ όλη αυτή τη μουντάδα, όμως, οι άνθρωποι είναι πολύ ανοιχτοί και φιλικοί, μία κυρία στο δρόμο προχθές πήρε ένα ύφος τρομερής έκπληξης όταν την ευχαρίστησα για τις οδηγίες που μου έδωσε και μου είπε “Σιγά, δεν ήταν και τίποτα!” (για την ακρίβεια, είπε “¡Άντρα, από τίποτα!”, περίεργη γλώσσα καμιά φορά τα ισπανικά) (Τα γράμματά μου τα ίδια χάλια μου φαίνονται, να δως πώς θα τα διαβάσω μετά)
Τι έλεγα; Α, η βροχή. Ναι, σήμερα έβρεξε για πρώτη φορά από τότε που ήρθα, παρά τις προειδοποιήσεις των συγκατοίκων και των οδηγών. Ευτυχώς το πιο βαρύ άρχισε να πέφτει όταν ήμουν ήδη στο σταθμό. Σε κάποια φάση άναψαν και τα φώτα έξω στο σταθμό, μάλλον είδαν ότι με τους κεραυνούς μόνο δε γίνεται δουλειά, οπότε εκστασιάστηκα και έβγαλα ένα google φωτογραφίες, λες και δεν ήταν αρκετές όλες οι αποτυχημένες απόπειρες με τους γλάρους (βλαμμένα θαλασσοπούλια, μου βγαίνει η πίστη να πιάσω ένα ή δύο στην ίδια φωτογραφία και, με το που κλείνο τη μηχανή, νά σου πέντε μαζεμένοι από πάνω, αλλά που θα πάει, δε θα πνιγήτε σε κανένα ψαροκόκκαλο, θα σου πω εγώ). Μετά από λίγο είδα (στο ταβάνι να καθρεφτίζονται) κάτι φώτα, και αντί για λεωφορείο μπαίνει ένα απλό αυτοκίνητο μέσα. “Λες να έστειλαν Ι.Χ. να μας πάρει;” αναρωτιέμαι, δεν είμαστε και πολλοί, εκτός από εμένα άλλοι τρεις και η Άστεγη Κυρία με το σκύλο και το sleeping bag που της χαρίσανε στη Δανία. Τελικά δεν μπήκαμε στο αυτοκίνητο και μετά από κανένα δεκάλεπτο, που έκανε τη βόλτα της και ξαναήρθε η σκέψη, είπα “βλακείες, προφανώς και δεν ήταν για μας, πού να χωρέσουμε 4 άτομα (η Άστεγη Κυρία θα έφευγε αύριο το πρωί στις 7) με πράγματα και με τον οδηγό σε ένα μικρό αμάξι”, γιατί προφανώς αυτό ήταν το πρόβλημα με το επιχείρημα.
Έξω ακόμα πρέπει να βρέχει, αλλά εδώ που είμαστε τώρα φαίνεται λιγότερο. Κλείνω, επόμενη(;) ενημέρωση σε κάποια άλλη μετακίνηση. 22:48, ώρα δικιά μου, αλλά όχι για πολύ ακόμα.
24/7/09, Λεωφορείο Gijón – Ribadesella. Ένα τέταρτο πριν μπω στο λεωφορείο, ένας αστυνομικός (ελπίζω) με πολιτικά μου δείχνει το σήμα του και μου ζητάει ταυτότητα, αν κάνω διακοπές, πού μένω, αν έχω συλληφθεί στο παρελθόν, κλπ. Όταν τον ρωτάω γιατί, μου λέει είναι έλεγχος ρουτίνας, “στην Ελλάδα δεν κάνουν εξακρίβωση ταυτότητας”, “καμιά φορά”, “α, τότε συμπίπτουμε”. Όσο ο ένας συνέταιρος μιλάει επί λεπτά στον ασύρματο κρατώντας το διαβατήριό μου, ο άλλος μου λέει να ανοίξω το φερμουάρ, τον ρωτάω ποιο, με ύφος “Jump/ How high?”, όχι “4 έχει ρε φίλε, δεν τα βλέπεις;”. Όταν μου επιστρέφουν το διαβατήριο, μάλλον κάνω λάθος ρωτώντας και τους άλλους 2 συνεταίρους αν μπορούν να μου δείξουν πιστοποίηση ότι είναι αστυνομικοί, γιατί, αν και το κάνουν, ο πρώτος μου λέει να του δείξω τι έχει και το άλλο σακίδιο.
Φαντάζομαι ότι στο δεύτερο ρούχο βαρέθηκε, γιατί μου είπε να τα μαζέψω και με ενημέρωσε ότι μου κάνει χάρη που δε συνεχίζει, γιατί θα μπορούσε να με κάνει να βγάλω όλα τα πράγματα από μέσα. Ευχαριστώ, του είπα, δε θυμάμαι αν είχε καθόλου ειρωνία, αλλά μάλλον δεν ακούστηκε, και όταν απομακρύνθηκαν είπα γελώντας και κάτι στα ελληνικά.
Χαίρομαι που παρά τις κακουχίες συνεχίζω να εμπνέω εμπιστοσύνη στον κόσμο.
23/7/09, 16:58, σταθμός τρένων Ribadesella. Έξω από το σταθμό υπάρχουν 4 άλογα και 5 καμήλες. Εξηγήσεις ευπρόσδεκτες.
24/7/09, 19:02, τρένο Alicante – Valencia. Μένει μισή ώρα μέχρι να φτάσουμε στη Valencia, ή μάλλον 29 λεπτά -τα τρένα είναι πάντα ένα λεπτό μπροστά από το ρολόι μου, όχι, φυσικά και δεν πάω εγώ λάθος, τι ερώτηση είναι αυτή. Το δεύτερο τρένο που παίρνω σήμερα, το πρώτο ήταν στις 7 το πρωί και, σε απόσταση βορρά – νότου, διασχίζει πάνω από τη μισή Ισπανία, και βλέπεις πόσο διαφορετικές είναι οι διάφορες περιοχές.
Κάτι νιώθω, αλλά δεν ξέρω αν με πιάνει η συγκίνηση που σιγά σιγά φέυγω, αν είναι η απότομη ζέστη (από τη συννεφιά και τους 19 βαθμούς το Santander το πρωί, και μετά το αρκουδίσιον του τρένου, φτάσαμε στο Alicante σε 36 βαθμούς- πάλι καλά, κάποια στιγμή ο πίνακας του τρένου έδειχνε 41 έξω), ή αν είναι ο καπνός από κάτι φωτιές που περάσαμε λίγο πριν και ακόμα μυρίζει.
Δε γράφω περισσότερα, γιατί αφενός το βράδυ έχω ήδη να περάσω ό,τι έχω γράψει, αφετέρου θα σας δω συντόμως (ελπίζω) και αφετρίτου το μολύβι μού έχει ΣΠΑΣΕΙ ΤΑ ΝΕΥΡΑ εδώ και 3 μέρες, γιατί του μπαίνει μέσα η μύτη – αμάν ρε Βάσια, ούτε ένα δώρο της προκοπής; (j/k, <3 you!) Επίσης, μόλις έγραψα “δώρο” με 2 ωμέγα, οπότε καλύτερα να διακόψω εδώ. Από το τελευταίο τρένο που προβλέπω να παίρνω στην Ισπανία αυτό το καλοκαίρι, φιλιά και virtual καρτ ποστάλ. ¡Hasta la vista!

Υποβολή απάντησης